DIOSKOUROS blog➤ΟΜΗΡΟΣ ΙΛΙΑΣ
Ὣς εἰπὼν οὗ παιδὸς ὀρέξατο φαίδιμος Ἕκτωρ·
ἂψ δ᾽ ὃ πάϊς πρὸς κόλπον ἐϋζώνοιο τιθήνης
ἐκλίνθη ἰάχων πατρὸς φίλου ὄψιν ἀτυχθεὶς
ταρβήσας χαλκόν τε ἰδὲ λόφον ἱππιοχαίτην,
δεινὸν ἀπ᾽ ἀκροτάτης κόρυθος νεύοντα νοήσας.
Ἐκ δ᾽ ἐγέλασσε πατήρ τε φίλος καὶ πότνια μήτηρ·
αὐτίκ᾽ ἀπὸ κρατὸς κόρυθ᾽ εἵλετο φαίδιμος Ἕκτωρ,
καὶ τὴν μὲν κατέθηκεν ἐπὶ χθονὶ παμφανόωσαν·
Ο Έκτωρ, πριν την μονομαχία με τον Αχιλλέα, που ζητά εκδίκηση για τον φόνο
του Πατρόκλου, συναντάται με την σύζυγό του Ανδρομάχη και την τροφό που
κρατά στην αγκαλιά τον γιό του, βρέφος ακόμη, τον μικρό Αστυάνακτα. Μετά
την δραματική συνομιλία με την Ανδρομάχη, όπου αυτή τον παρακαλεί να
αποφύγει την μάχη με τον ανίκητο ήρωα Αχιλλέα, που προαισθάνεται το βέβαιο
θάνατο του συζύγου της, ενώ αυτός αρνείται αποφασιστικά, ο Έκτωρ απλώνει
τα χέρια για να πάρει στην αγκαλιά του το βρέφος, αλλά ο μικρός τρομάζει από
την εκτυφλωτική λάμψη της περικεφαλαίας και της αλογοχαίτης της, και γέρνει
πάλι στην αγκαλιά της τροφού. Τότε ο Έκτωρ βγάζει την περικεφαλαία και την
αποθέτει στο έδαφος, ενώ γέλασαν με την αντίδραση του μικρού οι αγαπημένοι
του γονείς.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΊΟ ΤΟΥ ΟΜΉΡΟΥ
Πηγή ➤
